ξεστουργία
ξεστουργία, process of hewing
ξεστουργία, ἡ,
- process of hewing, λίθων D.S. 1.63.
ξεστουργία, ας (ἡ) polissure, DS. 1, 63.
Étym. ξεστός, ἔργον.
ξεστουργία, ἡ, die Arbeit des Glättens, Polierens, λίθων, DS. 1.63.