Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξεστίζω
ξεστίζω, polish
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξενοφυής
ξενοφύλαξ
Ξενοφῶν
ξενοφωνέω
ξενοφωνία
ξενόφωνος
Ξενοφώντειος
ξενόω
ξενύδριον
ξενύει
Ξένυλλα
ξενύλλιον
ξενών
Ξένων
ξένως
ξένωσις
ξερίας
ξερίς
Ξέρξης
ξερόν
ξερός
ξέσις
ξέσμα
ξεσμή
ξεσμός
ξέσσα
ξέσσε
ξεστασία
ξέστης
ξεστιαῖος
ξεστίζω
ξεστίον
ξεστός
ξεστουργία
ξέστριξ
ξέστρον
ξέω
ξηνός
ξηρά
ξηραίνω
ξηραλειπτέω
ξηραλειφέω
ξηράλειψις
ξηραλοιφέω
ξηραλοιφία
ξηραμπέλινος
ξήρανσις
ξηραντέον
ξηραντικός
ξηραντικῶς
ξηρασία
ξήρασις
ξηρασμός
ξηράφιον
ξηρίγγιος
ξηρίγγοι
ξήριγγος
ξηρίον
ξήριον
ξῆρις
ξηρίς
…
ξεστίζω
Save
ξεστίζω, polish
LSJ
ξεστίζω,
polish,
PMasp.
6 ii 25 (Pass., vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}