Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξηρόφρυκτον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξηροκόλλα
ξηροκολλούριον
ξηρόκοπτον
ξηρόκοπτος
ξηρολογία
ξηρολουσία
ξηρολουτρέω
ξηρόμυρον
ξηρονομικός
ξηροποιέω
ξηροποιός
ξηροπόταμος
ξηροπυρία
ξηροπυρίτας
ξηροπυρίτης ἄρτος
ξηρός
ξηρόσαρκος
ξηροσμύρνη
ξηροτήγανον
ξηρότης
ξηροτριβέω
ξηροτριβία
ξηροτροφικόν
ξηροτροφικός
ξηροφαγέω
ξηροφαγία
ξηροφθαλμία
ξηρόφθαλμος
ξηρόφλοιος
ξηρόφορτον
ξηρόφρυκτον
ξηρόφωνος
ξηροχειμάρρους
ξηρώδης
ξήρωσις
ξῖ
ξίμβη
ξίμβρα
Ξιμήνη
ξιπομάκαιρα
ξιρίς
ξίρις
ξίφαι
ξιφείδιον
ξιφήν
ξιφήρης
ξιφηφορέω
ξιφηφορία
ξιφηφόρος
ξιφίας
ξιφίδιον
ξιφίζω
ξιφίνδα
ξίφιον
ξιφίον
ξίφιος
ξιφιός
ξίφισμα
ξιφισμός
ξιφιστήρ
ξιφιστής
…
ξηρόφρυκτον
Save
LSJ
ξηρό-φρυκτον, τό,
= ξηρόμυρον,
Aët.
16.126(117).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}