ξηροσμύρνη
ξηροσμύρνη, dry myrrh
ξηρο-σμύρνη, ἡ,
- dry myrrh, Alex.Trall. 12 fin.
ξηρο·σμύρνη, ης (ἡ) myrrhe sèche, A. Tr. 11, p. 400.
Étym. ξ. σμύρνα.
ξηροσμύρνη, ἡ, trockne Myrrhe, Diosc.
ξηροσμύρνη, dry myrrh