ξιπομάκαιρα Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ξῐπομάκαιρα [μᾰ], barbarism in Ar. Th. 1127, for ξιφομάχαιρα. ξιπομάκαιρα, barbarisme d’un Scythe pour ξιφομάχαιρα, Ar. Th. 1127. ξιπομάκαιρα -ας, ἡ, kom. barb. voor ξιφομάχαιρα, sabel. ξιπομάκαιρα, sagt der Skythe Ar. Thesm. 1127 für ξιφομάχαιρα.