Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξηροπυρίτας
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξήριγγος
ξηρίον
ξήριον
ξῆρις
ξηρίς
ξηροάμυλον
ξηροβαλανιστέον
ξηροβάτης
Ξηροβάτης
ξηροβατικός
ξηρόβηξ
ξηροβιωτικός
ξηρόδερμος
ξηροκακοζηλία
ξηρόκαρπος
ξηροκαρυόφυλλον
ξηροκέφαλος
ξηροκόλλα
ξηροκολλούριον
ξηρόκοπτον
ξηρόκοπτος
ξηρολογία
ξηρολουσία
ξηρολουτρέω
ξηρόμυρον
ξηρονομικός
ξηροποιέω
ξηροποιός
ξηροπόταμος
ξηροπυρία
ξηροπυρίτας
ξηροπυρίτης ἄρτος
ξηρός
ξηρόσαρκος
ξηροσμύρνη
ξηροτήγανον
ξηρότης
ξηροτριβέω
ξηροτριβία
ξηροτροφικόν
ξηροτροφικός
ξηροφαγέω
ξηροφαγία
ξηροφθαλμία
ξηρόφθαλμος
ξηρόφλοιος
ξηρόφορτον
ξηρόφρυκτον
ξηρόφωνος
ξηροχειμάρρους
ξηρώδης
ξήρωσις
ξῖ
ξίμβη
ξίμβρα
Ξιμήνη
ξιπομάκαιρα
ξιρίς
ξίρις
ξίφαι
ξιφείδιον
…
ξηροπυρίτας
Save
LSJ
ξηρο-πῡρίτᾱς [ῑ]
ἄρτος,
ὁ, (πυρός)
= αὐτόπυρος, Amerias ap.
Ath.
3.114c.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}