οἰωνοσκοπία
οἰωνοσκοπία, augury
οἰωνοσκοπ-ία, ἡ,
- augury, D.H. 3.47.
οἰωνοσκοπία, ας (ἡ) fonction d’augure, observation que font les augures, DH. 3, 70 ; Ps.-Plut. Fluv. 6, 4.
Étym. οἰωνοσκόπος.
οἰωνοσκοπία, ἡ, Geschäft und Amt des οἰωνοσκόπος, Plut. fluv. 6.4.