οἰωνόμικτος
οἰωνόμικτος, half-bird-shaped
οἰωνό-μικτος, ον,
- half-bird-shaped, μοῖρα Lyc. 595.
οἰωνό·μικτος, ος, ον, mêlé à des oiseaux, Lyc. 595.
Étym. οἰωνός, μίγνυμι.
οἰωνόμικτος, mit Vogelgestalt gemischt, Lycophr. 595.