παμπόρφυρος
παμπόρφυρος, all-purple
παμ-πόρφῠρος, ον,
- all-purple, Pi. O. 6.55.
παμ·πόρφυρος, ος, ον [ῠ] tout empourpré, Pd. O. 6, 91.
Étym. π. πορφύρα.
παμπόρφυρος, ganz purpurn, Pind. Ol. 6.55.
παμπόρφῠρος, -ον
- 1deep-purple ἴων ξανθαῖσι καὶ παμπορφύροις ἀκτῖσι O. 6.55
παμπόρφυρος
παμ-πόρφῠρος, ον,
πορφύρω
- all-purple, Pind.