παραβουλεύομαι Save LSJ Pape Abbott-Smith NT παρα-βουλεύομαι, v. παραβολεύομαι. παραβουλεύομαι, = παραβολεύομαι, NT u. Sp. Number of occurrences in NT: 1Strong *† παρα-βουλεύομαι, to consult amiss, or perh. (v. LS, s.v.), a vulg. form of παρα-βολ- (q.v.): Phl 2:30, Rec.†