παραβολεύομαι
παραβολεύομαι, to run hazard
παραβολ-εύομαι,
- venture, expose oneself, π. τῇ ψυχῇ Ep.Phil. 2.30 (v.l. παραβουλ-): c. acc. cogn., τοὺς ὑπὲρ φιλίας κινδύνους π. IPE 12.39.28 (Olbia, iii (?) A.D.).
παραβολεύομαι, c. παραβάλλομαι, NT. Phil. 2, 30.
παραβολεύομαι, sich in Gefahr begeben, wie παραβάλλομαι, τῇ ψυχῇ, NT.
Strong 3851
*†
= cl. παραβάλλομαι (II Mac 14:38),
to expose oneself to danger, hazard one's life: c. dat. ref., τ. ψυχῇ (v. M, Pr., 64), Phl 2:30 (Rec. παραβουλ-). Cited by Deiss., LAE, 84, 120.†
παραβολεύομαι
παράβολος
- Dep. to run hazard, NTest.