παραδιατάττομαι
παραδιατάττομαι, rearrange, alter
παραδια-τάττομαι,
- rearrange, alter, τὴν τῆς πολιτείας κατάστασιν Hierocl. p.52 A. (παραδιαλλάττοιτο Bentley).
παρα·διατάττομαι, disposer ou ordonner autrement, Hiérocl. (Stob. Fl. 39, 16).
παραδιατάττομαι, att. = παραδιατάσσομαι.