About Report a problem

Menu

παραδιατάττομαι

παραδιατάττομαι, rearrange, alter

παραδια-τάττομαι,
  • rearrange, alter, τὴν τῆς πολιτείας κατάστασιν Hierocl. p.52 A. (παραδιαλλάττοιτο Bentley).

Saved

Recent