Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραδεισάριος
παραδεισάριος, gardener
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραγώγως
παραγώνιος
παραγωνίσκος
παραδαίνυμαι
παράδακρυ
παραδακρύω
παραδαρθάνω
παράδειγμα
παραδειγματάριον
παραδειγματίζω
παραδειγματικός
παραδειγματικῶς
παραδειγμάτιον
παραδειγματισμός
παραδειγματιστέον
παραδειγματώδης
παραδειγμάτωσις
παραδείκνυμι
παραδεικνυτέον
παραδεικνύω
παραδεικτέον
παράδειξις
παραδειπνέομαι
παραδειπνέω
παραδείπνια
παραδειπνία
παραδειπνίζω
παραδείπνιον
παράδειπνις
παραδειπνίς
παραδεισάριος
παραδεισιακός
παράδεισος
παραδέκομαι
παραδεκτέον
παραδεκτέος
παραδεκτικός
παραδεκτός
παράδεκτος
παραδέρω
παραδέχομαι
παραδέω
παραδηλόω
παραδήλωσις
παραδιαζεύγνυμι
παραδιαζευκτικός
παραδιαζευκτικῶς
παραδιάζευξις
παραδιαιτάομαι
παραδιακονέω
παραδιαστέλλω
παραδιαστολή
παραδιατάσσομαι
παραδιατάττομαι
παραδιατριβή
παραδιατυπόω
παραδιαφέρομαι
παραδιδάσκω
παραδιδράσκω
παραδίδω
παραδίδωμι
…
παραδεισάριος
Save
παραδεισάριος, gardener
LSJ
πᾰρᾰδεισ-άριος, ὁ,
gardener,
Hsch.
s.v. ἐρνοκόμων.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}