παραξονίτης
παραξονίτης, linchpin
παραξον-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- linchpin, Phryn. PS p.100 B.
- II nave of a wheel, Sch. A. Th. 153.
παραξονίτης, ὁ, = παραξόνιος.
παραξονίτης, linchpin