παραπαιδαγώγησις
παραπαιδαγώγησις, correction
παραπαιδᾰγώγ-ησις, εως, ἡ,
- correction, αἴσθησις δεῖται τῆς ἐκ τοῦ λόγου π. Ptol. Harm. 1.1.
παραπαιδαγώγησις, correction