παραψεύδομαι
παραψεύδομαι, falsify, cheat
παραψεύδομαι,
- falsify, cheat:—Pass., παρεψευσμένος falsified, opp. εἰλικρινής, Agatharch. 55.
παρα·ψεύδομαι, mentir, tromper ; part. pf. pass. παρεψευσμένος, falsifié, Agatharch. p. 41.
παραψεύδομαι, = ψεύδομαι, Sp.