Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραψαλίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραχράομαι
παράχρεος
παραχρῆμα
παράχρησις
παραχρηστηριάζω
παραχρηστικῶς
παράχριστα
παραχρίω
παράχροος
παράχρους
παράχρωμος
παραχρώννυμι
παραχρωννύω
παράχρωσις
παράχυμα
παράχυσις
παραχυτέον
παραχύτης
παράχωμα
παραχώννυμι
παραχωρέω
παραχώρημα
παραχωρημάτων
παραχώρησις
παραχωρητέον
παραχωρητέος
παραχωρητικός
παραχωρίζω
παραχώριος
παράχωρον
παραψαλίζω
παραψαλιστής
παραψάλλω
παράψαυσις
παραψαύω
παραψάω
παραψελλίζω
παραψεύδομαι
παραψηλαφάω
παράψηξις
παράψησις
παράψηστος
παραψηφίζομαι
παραψηφισμός
παραψήχω
παραψιδάζω
παραψίδιον
παράψιμον
παραψίς
παράψογος
παραψοφέω
παραψυκτήριον
παραψυχάομαι
παραψυχή
παραψύχομαι
παραψύχω
παρβ
παρβάδαν
παρβαίνω
παρβάτας
παρβάτης
…
παραψαλίζω
Save
Pape
παραψαλίζω
,
mit der Schere beschneiden u. verfälschen
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}