παρεδριάω
παρεδριάω, sit beside
παρεδρ-ῐάω,
- = παρεδρεύω, παρεδριόων A.R. 2.1039.
παρεδριάω (part. prés. épq. παρεδριόων) c. παρεδρεύω, A. Rh. 2, 1040.
παρεδριάω, = παρεδρεύω, Ap.Rh. 2.1040, παρεδριόων.