Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περδικίτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περατόω
περάτωσις
περατωτικός
περατωτός
περάω
περβέβαται
Πέργαμα
Περγαμηνός
Περγαμία
Περγαμίδης
περγάμιον
Περγάμιος
πέργαμον
Πέργαμον
Πέργαμος
Περγασή
Περγασῆθεν
Περγασήνδε
Περγασῆσι
Περγασῇσι
Περγασίδης
Πέργη
πέργουλος
πέρδησις
περδίκειος
περδικιάς
περδικιδεύς
περδικικός
περδίκιον
περδίκιος βοτάνη
περδικίτης
περδικίτης λίθος
Περδίκκας
περδικοθήρας
περδικοτροφεῖον
περδικοτρόφος
πέρδιξ
Πέρδιξ
πέρδομαι
πέρδω
Περεγρῖνος
πέρειμι
πέρηθεν
πέρην
πέρησε
περησέμεναι
περητήριον
περητός
περήτρια
πέρθαι
πέρθω
περί
πέρι
περι
περιάγαμαι
περιαγαπάζομαι
περιαγαπάζω
περιαγαπάω
περιαγγέλλω
περιαγείρομαι
περιαγείρω
…
περδικίτης
Save
LSJ
περδικ-ίτης [ῑτ] (sc.
λίθος
), ὁ, a kind of stone,
Alex.Trall.
12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}