Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιάγαμαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περδίκειος
περδικιάς
περδικιδεύς
περδικικός
περδίκιον
περδίκιος βοτάνη
περδικίτης
περδικίτης λίθος
Περδίκκας
περδικοθήρας
περδικοτροφεῖον
περδικοτρόφος
πέρδιξ
Πέρδιξ
πέρδομαι
πέρδω
Περεγρῖνος
πέρειμι
πέρηθεν
πέρην
πέρησε
περησέμεναι
περητήριον
περητός
περήτρια
πέρθαι
πέρθω
περί
πέρι
περι
περιάγαμαι
περιαγαπάζομαι
περιαγαπάζω
περιαγαπάω
περιαγγέλλω
περιαγείρομαι
περιαγείρω
περιαγείς
περιαγή
περιαγής
περιαγινέω
περιαγκωνίζω
περιαγκώνισμα
περιαγνίζω
περιαγνίστρια
περιάγνυμι
περιαγνύω
περιαγόραιος
περιαγοραῖος
περιαγορευτής
περιάγχω
περιάγω
περιαγωγεύς
περιαγωγή
περιαγωγίς
περιαγωγός
περιαδεῖς
περιᾴδω
περιαθρέω
περιάθρησις
περιαθρητέον
…
περιάγαμαι
Save
Pape
περιάγαμαι
, (ἄγαμαι),
sehr oder über die Maßen bewundern
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}