περδικιάς Save LSJ Bailly 2024 Pape περδικ-ιάς, άδος, ἡ, = περδίκιον II, Gal. 12.885. περδικιάς, άδος (ἡ) [ῑκᾰδ] pariétaire, plante, Gal. 14, 397. Étym. πέρδιξ. περδικιάς, [δῑ], ἡ, = περδίκιον, bei Alex.Trall.