περητήριον
περητήριον, borer
περητήριον, τό, (περάω A)
- borer, Hp. ap. Gal. 19.129.
περητήριον, ου (τὸ) trépan, Gal. Lex. Hipp. 19, 129 (chez les Att. τρύπανον).
Étym. ion. c. περατήριον, de περάω.
περητήριον, τό, der Bohrer, Hippocr.