περιαμπίσχω Save Bailly 2024 Pape περι·αμπίσχω (impf. -ήμπισχον) c. le préc. Ar. Eq. 893 ; Phil. 1, 369. περιαμπίσχω, = περιαμπέχω ; λόγους, Eur. Med. 282 ; καὶ τοῦτό γʼ ἐπίτηδές σε περιήμπισχεν, Ar. Eq. 890.