περιάλειμμα
περιάλειμμα, pigment
περι-άλειμμα [ᾰλ], ατος, τό,
- pigment, J. AJ 15.9.3 (pl.).
περιάλειμμα, ατος (τὸ) [ᾰλ] couche d’un enduit, Jos. A.J. 15, 9, 3.
Étym. περιαλείφω.
περιάλειμμα, τό, Anstrich, Tünche, Jos.