περιεσκεμμένως
περιεσκεμμένως, circumspectly
περιεσκεμμένως, Adv., (περισκέπτομαι)
- circumspectly, Pl. Ax. 365b, Ph. 1.672, J. BJ 1.24.1.
περιεσκεμμένως, adv. avec circonspection, Plat. Ax. 365b ; Phil. 1, 672.
Étym. περισκέπτομαι.
περιεσκεμμένως, adv. part. perf. pass. von περισκέπτομαι, umsichtig, Plat. Ax. 365b, nach den mss. für περιεσκεμμένος.