περιεργασία
περιεργ-ᾰσία, ἡ,
- = περιεργία I.1, Longin. 3.4: pl., Aristid. Rh. 2 p.535 S.
περιεργασία, ας (ἡ) [γᾰ]
1 en parl. du style, c. περιεργία, Lgn 3, 4 ||
2 magie, Clém. 1, 213 Migne.
περιεργασία, ἡ, = περιεργεία, Longin.