περιμυκάομαι
περιμυκάομαι, to roar round
περιμῡκ-άομαι,
- roar round, τινα Plu. Crass. 26; cf. περιμηκάομαι.
περι·μυκάομαι-ῶμαι [ῡ] mugir ou gronder autour de, acc. Plut. Crass. 26.
περιμυκάομαι, (μυκάομαι), rings umbrüllen ; τύμπανα περιεμυκᾶτο τοὺς Ῥωμαίους, Plut. Crass. 26 ; περιμυκήσωνται, Orph. lith. 207.
περιμυκάομαι
- Dep. to roar round, τινα Plut.