Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιοδικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περινούστατος
περινυκτίδες
περινύμφιος
πέριξ
περιξαίνομαι
περιξαίνω
περιξαμενῶς
περιξεστός
περίξεστος
περιξέω
περιξηραίνομαι
περιξηραίνω
περίξηρος
περιξυράω
περιξυρέω
περίξυσις
περίξυσμα
περιξυστήρ
περιξύστης
περιξύω
περίογκος
περιοδεία
περιοδεύσιμος
περιόδευσις
περιοδευτής
περιοδευτικός
περιοδεύω
περιοδία
περιοδίζω
περιοδικός
περιοδικῶς
περιόδιον
περιοδοιπορέω
περιοδονίκης
περίοδος
περιοδυνάομαι
περιοδυνάω
περιοδυνέω
περιόδυνος
περιοδώδης
περίοιδα
περιοιδαίνω
περιοιδάω
περιοιδέω
περιοικέω
περιοίκημα
περιοικία
περιοικίζω
περιοίκιον
περιοικίς
περιοικοδομέω
περιοικοδόμημα
περιοικοδόμησις
περιοικοδομία
περιοικονομέω
περίοικος
περιοιστέος
περιοιστικός
περίοιστος
περιοίσω
περιοιχνέω
…
περιοδικῶς
Save
Bailly 2024
περιοδικῶς,
adv.
périodiquement.
Plut.
M.
893
b
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}