Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιοφθάλμιος
περιοφθάλμιος, round the eye
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιοργίζομαι
περιοργυιόομαι
περιοργυιόω
περιοργῶς
περιόρθριος
περίορθρον
περίορθρος
περιόρια
περιορίζω
περιόρισις
περιόρισμα
περιορισμός
περιοριστέος
περιοριστικός
περιόριστος
περιορμέω
περιορμίζω
περίορος
περιορύσσω
περιορύττω
περιορχέομαι
περίοσμος
περιόστεος
περιοσφραίνομαι
περιουργός
περιουσία
περιουσιάζω
περιουσιασμός
περιουσιαστικός
περιούσιος
περιοφθάλμιος
περιόφθαλμος
περιοχέομαι
περιοχεύς
περιοχέω
περιοχή
περίοχος
περιοψία
περιπάγνυμι
περιπάθεια
περιπαθέω
περιπαθής
περιπάθησις
περιπαθῶς
περιπαιφάσσω
περιπαίω
περιπάλαξις
περιπαλάσσομαι
περιπάλλομαι
περιπάλλω
περίπαμπαν
περιπάμπαν
περιπαμφανάω
περιπαμφανόωσα
περιπαπταίνω
περιπάσσω
περίπαστος
περιπατέω
περιπατήματα
περιπάτησις
περιπατητής
…
περιοφθάλμιος
Save
περιοφθάλμιος, round the eye
LSJ
περιοφθάλμιος, ον,
round the eye,
Gal.
19.436.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}