περιοργίζομαι
περιοργίζομαι, to be very angry
περιοργ-ίζομαι,
- to be very angry, Plb. 4.4.7.
περι·οργίζομαι, s’irriter fortement, Pol. 4, 4, 7.
περιοργίζομαι, sehr zürnen, περιοργισθείς, Pol. 4.4.7.