Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιοριστέος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιοκωχή
περιολισθαίνω
περιολισθάνω
περιολίσθησις
περιολκή
περιόλλυμι
περιομματοποιός
περιομφακοειδής
περιομφακώδης
περιονυχίζω
περιοπάζω
περιοπτέος
περίοπτος
περιόπτως
περιόρασις
περιορατέον
περιοράω
περιοργής
περιοργίζομαι
περιοργυιόομαι
περιοργυιόω
περιοργῶς
περιόρθριος
περίορθρον
περίορθρος
περιόρια
περιορίζω
περιόρισις
περιόρισμα
περιορισμός
περιοριστέος
περιοριστικός
περιόριστος
περιορμέω
περιορμίζω
περίορος
περιορύσσω
περιορύττω
περιορχέομαι
περίοσμος
περιόστεος
περιοσφραίνομαι
περιουργός
περιουσία
περιουσιάζω
περιουσιασμός
περιουσιαστικός
περιούσιος
περιοφθάλμιος
περιόφθαλμος
περιοχέομαι
περιοχεύς
περιοχέω
περιοχή
περίοχος
περιοψία
περιπάγνυμι
περιπάθεια
περιπαθέω
περιπαθής
περιπάθησις
…
περιοριστέος
Save
Bailly 2024
περιοριστέος,
α, ον,
vb. de
περιορίζω,
Clém.
188
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}