περισσοτρύφητος
περισσοτρύφητος, over-luxurious
περισσο-τρύφητος [ῠ], ον,
- over-luxurious, ὀϊζύς Timo 3.3 (nisi leg. πᾶσʼ ἀπερισσοτρύφητος).
περισσο·τρύφητος, ος, ον [ῠ] d’une mollesse excessive, Timon (Ath. 160a), conj. de Valcken. : ἀπερισσοτρύφητος.
Étym. π. τρυφάω.
περισσοτρύφητος, unmäßig schwelgerisch, Timon. bei Ath. IV.160a.