περισσόχρονος Save LSJ Bailly 2024 περισσό-χρονος, ον, corrupt in Thphr. CP 1.18.3 (leg. παρισόχρονα). περισσό·χρονος, ος, ον, d’une durée supérieure, Th. C.P. 1, 18, 3 (corr. παρισόχρονος). Étym. π. χρόνος.