περισσόμυθος
περισσόμυθος, superfluous
περισσό-μῡθος, ον,
- = περισσολόγος, superfluous, E. Fr. 52. Adv. in form περισσο-μῡθεί (s. v.l.), Phld. Rh. 1.101 S.
περισσό·μυθος, ος, ον [ῡ] aux paroles superflues, Eur. fr. 53.
Étym. π. μῦθος.
περισσόμυθος, [ῡ], = περισσολόγος, λόγος π., überflüssige Rede, Eur. frg. Alex. 16.