πεφραγμένως
πεφραγμένως, guardedly
πεφραγμένως, Adv., (φράσσω)
- guardedly, συγκατατίθεσθαι πρὸς τοὺς ἐναντίους Chrysipp.Stoic. 2.42; with a good defence, δέχεσθαι τὴν ἐκδρομήν J. BJ 7.6.4.
πεφραγμένως, adv. en troupe serrée, Jos. B.J. 7, 6, 4.
Étym. φράσσω.
πεφραγμένως, zusammengedrängt, dicht, Sp.