πεφρονημένως
πεφρονημένως, thoughtfully
πεφρονημένως, Adv., (φρονέω)
- thoughtfully, π. ἔχει, i. e. has been thought out, Diotog. ap. Stob. 4.1.96.
πεφρονημένως, adv. avec réflexion, Diotog. (Stob. 251, 31).
πεφρονημένως, (φρονέω), verständig, überlegt, Stob. ecl. phys. 1.17.