Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πηλοειδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πηλείδης
Πήλειος
Πηλείων
Πηλεΐων
Πηλειωνάδε
Πηλεύς
πηλεφάνης
Πήλη
Πηληϊάδης
Πηλήϊος
Πήληκες
πήληξ
Πήληξ
Πηλιακός
Πηλιάς
πηλιδνός
πηλίκος
πηλικότης
πήλινος
Πήλιον
Πηλιωτικός
Πηλιῶτις
πηλοβάτης
Πηλοβάτης
πηλόγονος
πηλόδετος
πηλοδευστέω
πηλοδομέω
πηλόδομος
πηλοδόμος
πηλοειδῶς
πηλοεργίη
πηλοεψητής
πήλοθεν
πήλοι
πηλόομαι
πηλοπατέω
πηλοπατίδες
πηλοπλάθος
πηλόπλαστος
πηλοπλάτων
Πηλοπλάτων
πηλοποιέω
πηλοποιητικός
πηλοποιία
πηλοποιϊκός
πηλοποιός
πηλός
πηλοστρόφιον
πηλότροφος
πηλουργέω
πηλουργία
πηλουργός
Πηλουσιακόν
Πηλουσιακός
Πηλούσιον
πηλούσιον
Πηλούσιος
Πηλουσιώτης
πηλοφορέω
πηλοφόρος
…
πηλοειδῶς
Save
Bailly 2024
πηλο·ειδῶς,
adv.
avec l’apparence de l’argile,
Nyss.
Étym.
πηλός, εἶδος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}