πηλοποιέω
πηλοποιέω, make muddy
πηλο-ποιέω,
- make muddy, χθόνα Lyc. 473, cf. EM 629.34.
πηλοποιέω-ῶ, travailler l’argile, Lyc. 473.
Étym. πηλοποιός.
πηλοποιέω, Kot, Schmutz machen, Lycophr. 473.