πηλοφόρος
πηλοφόρος, carrying clay
πηλο-φόρος, ον,
- carrying clay or mortar, BGU 1290.3 (ii B.C.), Poll. 7.130, Suid.
πηλοφόρος, Lehm, Kot tragend, Suid. erkl. χειροτέχναι, μισθωτοί.
πηλοφόρος
πηλο-φόρος, ον,
φέρω
- carrying clay.