πηλοποιϊκός Save Bailly 2024 Pape πηλοποιϊκός, ή, όν, qui concerne ceux qui travaillent l’argile, Gal. Étym. πηλοποιός. πηλοποιϊκός, ή, όν, zum πηλοποιός gehörig, geschickt, Sp., s. Lobeck Phryn. 520.