Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιτύς
πιτύς, pine
Autenrieth Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πιτυλεύω
πιτυλίζω
πιτύλισμα
πίτυλος
πιτύνη
πιτυόεις
Πιτυόεσσα
Πιτυοεσσηνοί
πιτυοκάμπη
πιτυοκάμπτης
πιτυοτρόφος
πιτυοῦς
Πιτυοῦς
πιτυοῦσσα
Πιτυοῦσσα
Πιτυοῦσσαι
πιτυρηνός
πιτυρίας
πιτυρίασις
πιτυρίζω
πιτύριος
πιτυρίς
πιτύρισμα
πιτυρίτης
πιτυροειδής
πίτυρον
πιτυρόομαι
πιτυρώδης
πίτυς
Πίτυς
πιτύς
πίτυσσιν
πιτύστεπτος
πιτύω
πιτυώδης
πιτυών
πιφαλλίς
πιφάσκομαι
πιφάσκω
πιφαύσκω
πίφηξ
πίφιγξ
πίφρημι
πιῶ
πιώδης
πίων
πιών
Πίων
πλαγά
πλαγγόνιον
πλάγγος
πλαγγών
Πλαγγών
πλαγιάζω
πλαγιασμός
πλαγιαυλίζω
πλαγίαυλος
πλαγιοβάτης
πλαγιόκαρπος
πλαγιόκαυλος
πλαγιομάγαδις
…
πιτύς
Save
πιτύς, pine
Autenrieth Homer
πιτύς , ύος:
pine
or
fir.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}