πιτυρίτης
πῐτῡρ-ίτης [ρῑ] ἄρτος,
- = πιτυρίας, Philem.Gloss. ap. Ath. 3.114e, Gal. 8.184.
πιτυρίτης, ου (ὁ) [ῐῡ] c. πιτυρίας, Ath. 114e.
πιτυρίτης, [ῡ], ὁ, = πιτυρίας, Ath. III.114e.