πλαγιοβάτης
πλαγιοβάτης, walking obliquely
πλᾰγιο-βάτης [βᾰ], ου, ὁ,
- walking obliquely, dub. cj. for πλαγιοβαθεῖς, Vett.Val. 110.14.
πλαγιοβάτης, walking obliquely