πλοκάς Save LSJ Bailly 2024 Pape πλοκ-άς, άδος, ἡ, = πλόκαμος, Pherecr. 225. πλοκάς, άδος (ἡ) [ᾰδ] c. πλόκαμος, Phérécr. (Com. fr. 2, 355) au pl. πλοκάς, άδος, ἡ, = πλόκαμος, Pherecrat. bei Poll. 2.28.