πλόκιος
πλόκιος, twined
πλόκ-ιος, α, ον,
- twined, v.l. for κλόπιος, Od. 13.295; πλοκίη, epith. of φύσις, Orph. H. 10.11 (prob.).
πλόκιος, α, ον, entrelacé, Od. 13, 295, var. p. κλόπιος.
πλόκιος, geflochten, verflochten, verwickelt, alte v.l. für κλόπιος, Od. 13.295, welche die VLL πεπλεγμένοι, σκολιοί erklären.