πλόϊμος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πλόϊμος, v. πλώϊμος. πλόϊμος, ος, ον, c. πλώϊμος, Thc. 1, 29 ; Dém. 1290, 1. Étym. πλόος. πλόϊμος -ον zie πλώϊμος. πλόϊμος, = πλώϊμος ; so hat Bekker im Thuc.; Dem. 56.23.