πολτώδης
πολτώδης, porridge-like
πολτώδης, ες,
- porridge-like, Erot. s.v. πολφοί.
πολτώδης, ης, ες, qui ressemble à de la bouillie, Erot. 314.
Étym. πόλτος, -ωδης.
πολτώδης, ες, breiartig, Sp.