πολυαίματος
πολυαίματος, full of blood
πολῠ-αίμᾰτος, ον,
- full of blood, Emp. 150, Ath. 7.301f.
πολυ·αίματος, ος, ον [ᾰ] c. πολύαιμος, Empéd. (Plut. M. 683e) ; Ath. 301f.
πολυαίματος, vollblütig ; ἧπαρ, Empedocl. bei Plut. Symp. 5.8.2 ; θύννος, Ath. VII.301f, v.l. πολυκύματος.