πολυαγάπητος
πολυαγάπητος, much-beloved
πολῠ-ᾰγάπητος [γᾰ], ον,
- much-beloved, Hsch. s.v. πολύθεστος, Sch. Opp. H. 4.138.
πολυαγάπητος, vielgeliebt, VLL u. Sp.
πολυαγάπητος, much-beloved