πολυέραστος
πολυέραστος, much-loved
πολυ-έραστος, ον,
- much-loved, X. Ages. 6.8 (Sup.), D.S. 37.2.
πολυ·έραστος, ος, ον, très aimé, Xén. Ages. 6, 8.
Étym. π. ἐράω.
πολυέραστος, vielgeliebt ; Xen. Ages. 6.8 ; Poll.
πολυέραστος
πολυ-έραστος, ον,
- much-loved, Xen.